slide

Panosgn Panosgn
| 01-11-2013 | ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΝΕΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ!!! |Αν στο κατέβασμα των βιβλίων δε δουλεύει το name: xrhsths123 και το password: pass1234 αλλάξτε το name σε: xrhsths124 και το password σε: pass124 | Καλό διάβασμα |

menu1

4

1

2

a

3

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραμματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραμματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Γραμματική για ενότητα 1: Πάλι μαζί [Γ' Δημοτικού, Γλώσσα, Γραμματική]

Reblogged from:
http://users.sch.gr/parantoniou/

Σας παρουσιάζω ένα βοήθημα για τη γραμματική της Γ’ Δημοτικού. Το βοήθημα αναφέρεται στα γραμματικά φαινόμενα της Γ’ Δημοτικού ανά ενότητα του σχολικού βιβλίου. Τη βρήκαμε στο διαδίκτυο και είναι μία εργασία που θα βοηθήσει τους μαθητές της τρίτης τάξης.
Προς το παρόν αναρτάται το μέρος που αφορά την πρώτη ενότητα. 
Στο τέλος υπάρχουν on-line ασκήσεις.

Ενότητα 1: Πάλι μαζί

  • Η δομή της πρότασης: ρήμα - υποκείμενο - αντικείμενο
  • Ουσιαστικά: αριθμοί - γένη
  • Ονομαστική πτώση ουσιαστικών
  • Οριστικό άρθρο
  • Ερωτηματικές Λέξεις
  • Παράγραφος
  • Αλφαβητική σειρά
  • Τονισμός
  • Σημεία στίξης: τελεία - ερωτηματικό
  • Οικογένειες λέξεων
Κάνοντας κλικ πάνω στην εικόνα μεταφέρεστε στις λεπτομέρειες της ανάρτησης.


Ενότητα 1: Πάλι μαζί

Η δομή της πρότασης



Απλή πρόταση

Μια ομάδα λέξεων που μας δίνει ένα ολοκληρωμένο νόημα λέγεται απλή πρόταση. Π.χ.:
- Ο Γιώργος κοιμάται.
- Η γάτα πήδηξε από το δέντρο.
- Η σάκα μου είναι μεγάλη.

Το Υποκείμενο

Το πρόσωπο, το ζώο ή το πράγμα που κάνει ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση λέγεται υποκείμενο. Για να βρούμε το υποκείμενο σε μία πρόταση κάνουμε την ερώτηση "ποιος;". Π.χ.:
- Η γιαγιά πλέκει. (Ποιος πλέκει; - Η γιαγιά.)
- Το αυτοκίνητο χάλασε. (Ποιος χάλασε; Το αυτοκίνητο.)


Το Ρήμα

Η λέξη που φανερώνει τι κάνει, τι παθαίνει ή σε ποια κατάσταση βρίσκεται το  υποκείμενο λέγεται ρήμα. - Για να βρούμε το ρήμα σε μία πρόταση κάνουμε την ερώτηση "τι κάνει;". Π.χ.:
- Η Αργυρώ διαβάζει. (Τι κάνει η Αργυρώ; - Διαβάζει.)
- Το μωρό κλαίει. (Τι κάνει το μωρό; -Κλαίει.)

ΠροσοχήΤο ρήμα συμφωνεί πάντα με το υποκείμενο ως προς το πρόσωπο και τον αριθμό.

Το Αντικείμενο

Η λέξη που μας δείχνει πού πηγαίνει η ενέργεια του υποκειμένου λέγεται αντικείμενο. Για να βρούμε το αντικείμενο σε μία πρόταση κάνουμε την ερώτηση "τι;". Π.χ.:
- Η Βάσω δένει τα κορδόνια της. (Τι δένει η Βάσω; - Τα κορδόνια της.)
- Ο κηπουρός ποτίζει τα λουλούδια. (Τι ποτίζει ο κηπουρός; - Τα λουλούδια.)

Θυμάμαι ότι:
Γράφουμε πάντα με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα κάθε πρότασης.
Βάζουμε πάντα τελεία ( . ) στο τέλος μιας πρότασης.


Ουσιαστικά


Οι λέξεις που φανερώνουν πρόσωπα, ζώα, πράγματα, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα λέγονται ουσιαστικά

Τα ουσιαστικά που φανερώνουν ένα ορισμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα λέγονται κύρια ονόματα, ενώ τα ουσιαστικά που φανερώνουν όλα τα πρόσωπα, τα ζώα ή τα πράγματα του ίδιου είδους λέγονται κοινά ουσιαστικά.

Προσοχή: Τα κύρια ονόματα γράφονται με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα. (πχ: Ανδρέας, Τετάρτη, Ελευσίνα, Ιούλιος, κ.α.)

Τα γένη των ουσιαστικών

Τα γένη των ουσιαστικών είναι τρία: το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο.
Το γένος ενός ουσιαστικού μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από το άρθρο.
- ο ήλιος: αρσενικό
- η σκάλα: θηλυκό
- το νερό: ουδέτερο


Οι αριθμοί των ουσιαστικών

Τα ουσιαστικά έχουν δύο αριθμούς: τον ενικό και τον πληθυντικό. Όταν μιλάμε για ένα πρόσωπο, ζώο ή  πράγμα χρησιμοποιούμε τον ενικό αριθμό (ο αγρότης) ενώ όταν μιλάμε για πολλά πρόσωπα, ζώα ή πράγματα χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό (οι αγρότες).


Οι πτώσεις των ουσιαστικών


Οι διάφορες μορφές που παίρνει το ουσιαστικό όταν κλίνεται λέγονται πτώσεις και είναι τέσσερις: ηονομαστική, η γενική, η αιτιατική και η κλητική.


Ονομαστική Πτώση

Για να βρεις τα ουσιαστικά που είναι σε ονομαστική πτώση, απάντησε στην ερώτηση «ποιος; ποια; ποιοι; ποιες;». Π.χ.:
- Ποιος γαβγίζει;  Ο σκύλος.
- Ποια τραγουδάει; Η αδερφή μου.
- Ποιοι παίζουν; Τα παιδιά.


Γενική Πτώση

Η γενική πτώση μας δείχνει σε ποιον ανήκει κάτι, γι’ αυτό πολλές φορές απαντά στην ερώτηση ποιανού, ποιανής, τίνος; Π.χ.:
- Η δασκάλα πήρε το χάρακα της Μαρίας. (ποιανής;)
- Μας φώναξε από το παράθυρο του σπιτιού της. (τίνος;)

Προσοχή: Όλα τα ουσιαστικά σχηματίζουν τη γενική πληθυντικού σε -ων. πχ: ο φρουρός - των φρουρών, η χώρα - των χωρών, το κουτί - των κουτιών


Αιτιατική Πτώση

Για να βρω τα ουσιαστικά που είναι σε αιτιατική πτώση απαντώ στην ερώτηση "τι;" . Π.χ.:
- Κοιτάζω τ' αστέρια. (Τι κοιτάζεις; -Τ' αστέρια)
- Πήρα το μολύβι σου. (Τι πήρες; -Το μολύβι)

Προσοχή: της (γενική πτώση) - τις (αιτιατική πτώση)
- Βάζουμε "της" όταν μιλάμε για ένα αντικείμενο (πχ: της τσάντας).
- Βάζουμε "τις" όταν μιλάμε για πολλά αντικείμενα (πχ: τις τσάντες).


Κλητική Πτώση

Κλητική πτώση χρησιμοποιούμε όταν καλούμε ή προσφωνούμε κάποιον. Π.χ.:
- Παιδιά, ελάτε μέσα. Τελείωσε το διάλειμμα.
- Γιώργο, διάβασε την εκφώνηση της άσκησης.


Οριστικό άρθρο


Μπροστά από τα ονόματα (ουσιαστικά και επίθετα) μπαίνουν συνήθως κάποιες μικρές κλιτές λέξεις, που λέγονται άρθρα. Τα άρθρα διακρίνονται σε δύο είδη:
- Τα οριστικά άρθρα
- Τα αόριστα άρθρα

    Οριστικά Άρθρα

    Οι λεξούλες οη, το ,οι ,τα που μπαίνουν μπροστά από τα ουσιαστικά για να δείξουν το γένος τους λέγονται οριστικά άρθρα. Τα οριστικά άρθρα δηλώνουν ένα ορισμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ή κάτι άλλο γνωστό. Π.χ.: Ο δρόμος είναι στενός. (ο συγκεκριμένος δρόμος)


    Κλίση οριστικού άρθρου

    Πτώσεις
    Ενικός Αριθμός
    Πληθυντικός αριθμός
    Ονομαστική
    ο
    η
    το
    οι
    οι
    τα
    Γενική
    του
    της
    του
    των
    των
    των
    Αιτιατική
    το(ν)
    τη(ν)
    το
    τους
    τις
    τα
    Κλητική
    -
    -
    -
    -
    -
    -


    Προσοχή: η - οι
    Βάζουμε "η" όταν μιλάμε για ένα αντικείμενο (πχ: η τσάντα).
    Βάζουμε "οι" όταν μιλάμε για πολλά αντικείμενα (πχ: οι τσάντες, οι δρόμοι).

    Προσοχή: της - τις
    Βάζουμε "της" όταν μιλάμε για ένα αντικείμενο (πχ: της τσάντας).
    Βάζουμε "τις" όταν μιλάμε για πολλά αντικείμενα (πχ: τις τσάντες).

    Προσοχή: Τα άρθρα το(ν) και τη(ν) διατηρούν το τελικό  όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από κ, π, τ, ξ, ψ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ.
    πχ: τον κήπο, την μπάλα - αλλά: το χρόνο, τη ζυγαριά


    Ερωτηματικές Λέξεις


    ποιος; 
    πόσος;
    πόσο;
    πώς;
    πού;
    πότε;
    τι;
    γιατί;


    Η παράγραφος


    Όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι διαφορετικό, όταν δηλαδή αλλάζει το νόημα του κειμένου, αλλάζουμε παράγραφο.

    Για να αλλάξουμε παράγραφο, αρχίζουμε να γράφουμε σε ξεχωριστή σειρά, και μάλιστα λίγο πιο μέσα, αφήνοντας ένα μικρό κενό (όσο είναι το δαχτυλάκι μας) στην αρχή της νέας παραγράφου.

    Το σύμβολο της παραγράφου είναι §.


    Αλφαβητική Σειρά


    Στα λεξικά, στις εγκυκλοπαίδειες, στις ατζέντες, στους καταλόγους κ.α. οι λέξεις ή τα ονόματα δε γράφονται τυχαία αλλά κατά αλφαβητική σειρά, δηλαδή σύμφωνα με τη σειρά των γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου. Πρώτα γράφονται οι λέξεις που αρχίζουν από άλφα, μετά αυτές που αρχίζουν από βήτα κ.λπ.

    πχ: αγόρι, βιβλίο, γόμα, δέντρο
    Όταν μας ζητούν να βάλουμε κάποιες λέξεις σε αλφαβητική σειρά βάζω πρώτα τις λέξεις που ξεκινούν από "α". Αν δεν υπάρχει λέξη από "α" ψάχνουμε για λέξεις που αρχίζουν από "β" κ.ο.κ. Αν όμως υπάρχουν δύο λέξεις, για παράδειγμα, από "β" βάζω πρώτη αυτήν της οποίας το δεύτερο γράμμα είναι πρώτο στην αλφάβητο. Π.χ.:
    Έχω τις λέξεις: παιδί, βίδα, γάτα, βάζο.

    Πρώτες θα βάλω τις λέξεις που αρχίζουν από "β" (βίδα και βάζο). Ποια από τις δύο όμως θα πάει πρώτη;
    Πρώτη θα βάλω τη λέξη "βάζο" γιατί το δεύτερο γράμμα της (δηλαδή το "α") προηγείται στο αλφάβητο από το δεύτερο γράμμα της λέξης βίδα (δηλαδή το "ι"). Μετά θα βάλω τη λέξη "γάτα" και τέλος τη λέξη "παιδί".

    Άρα η αλφαβητική σειρά των παραπάνω λέξεων είναι: βάζο, βίδα, γάτα, παιδί


    Τονισμός


    Σε κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές υπάρχει μια συλλαβή που προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Η συλλαβή αυτή παίρνει ένα σημαδάκι που λέγεται τόνος ( ΄ ) .


    Ποιες λέξεις τονίζονται;

    Κάθε λέξη που έχει δύο η περισσότερες συλλαβές παίρνει τόνο. Π.χ.: δένω, παραμύθι
    Καμιά πολυσύλλαβη λέξη  δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα. Π.χ.: ερώτηση

    Προσοχή: Οι λέξεις που τονίζονται στην προπαραλήγουσα παίρνουν δύο τόνους όταν συνοδεύονται από τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας. Π.χ.: Πήγαινε στο δωμάτιό σου.


    Ποιες λέξεις δεν τονίζονται;

    Οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν τονίζονται.
    Π.χ.: και, τι, το ,θα, για, φως

    Εξαιρούνται:
    - Οι ερωτηματικές λέξεις «πού» και «πώς», οι φράσεις «πού και πού» και «πώς και πώς» και ο διαζευκτικός σύνδεσμος «ή».
    - Οι λέξεις που έχουν δύο φωνήεντα αλλά προφέρονται σε μία συλλαβή. Π.χ.: μια, πια, πιο, ποιος, γιος
    - Οι λέξεις που γράφονται ολόκληρες με κεφαλαία γράμματα. Π.χ.: ΑΘΗΝΑ, ΙΣΟΤΗΤΑ


    Πού μπαίνει ο τόνος;

    - Ο τόνος μπαίνει πάνω από φωνήεντα, ποτέ πάνω από σύμφωνα. Π.χ.: κοπάδι, λαγός
    - Όταν το πρώτο γράμμα μιας λέξης είναι κεφαλαίο, ο τόνος μπαίνει αριστερά και πάνω από το κεφαλαίο γράμμα. Π.χ.: Ήρα, Άννα
    - Στους διφθόγγους ο τόνος μπαίνει πάνω από το πρώτο φωνήεν. Π.χ.: νεράιδα, κορόιδο, κελάηδησε
    - Στους καταχρηστικούς διφθόγγους ο τόνος μπαίνει πάνω από το δεύτερο φωνήεν. Π.χ.: δουλειά, πιάνω, μοιάζω
    - Στους συνδυασμούς αυ και ευ ο τόνος μπαίνει πάνω από το δεύτερο φωνήεν. Π.χ.: αύριο, εύκολα
    - Στα δίψηφα φωνήεντα ο τόνος μπαίνει πάνω από το δεύτερο φωνήεν. Π.χ.: είμαι, λουλούδι, παίρνω, οίνος


    Τα Σημεία Στίξης


    Όταν γράφουμε, στο τέλος των λέξεων ή των προτάσεων βάζουμε κάποια σημάδια που μας βοηθούν να διαβάσουμε το κείμενο και να καταλάβουμε καλύτερα το νόημά του.  Τα σημάδια αυτά λέγονται σημείαστίξης και είναι τα εξής: η τελεία ( ), το ερωτηματικό ( ; ), το κόμμα ( , ), το θαυμαστικό ( ! ), τααποσιωπητικά (  ), τα εισαγωγικά ( « » ), η διπλή τελεία ( : ), και η παύλα ( - ).


    Η τελεία ( . )

    Η τελεία χρησιμοποιείται στο τέλος μίας πρότασης που έχει ολοκληρωμένο νόημα. Σ’ αυτό το σημείο σταματά για λίγο η φωνή μας. Μετά την τελεία αρχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα.
    Π.χ.: Ήρθε ο μπαμπάς. Είναι πολύ κουρασμένος.


    Το ερωτηματικό ( ; )

    Το ερωτηματικό χρησιμοποιείται στο τέλος μιας πρότασης με την οποία ρωτάμε κάτι. Μετά το ερωτηματικό αρχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα αν το νόημα της πρότασης έχει ολοκληρωθεί.
    Π.χ.: Πού ήσουν όλη μέρα;
    Αν το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί, συνεχίζουμε με μικρό γράμμα.
    Π.χ.: Ποιος θα σβήσει τον πίνακα; ρώτησε η δασκάλα.

    Το κόμμα ( , )

    Το κόμμα το χρησιμοποιείται:
    - 'Οταν  θέλουμε να χωρίσουμε ασύνδετες λέξεις ή φράσεις που είναι στη σειρά.
    πχ: Τα αγαπημένα μου χρώματα είναι το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο, το ροζ και το μωβ.
    - Όταν θέλουμε να χωρίσουμε την κλητική προσφώνηση από την υπόλοιπη πρόταση.
    πχ: Μάρκο, δώσε μου την ξύστρα.
    - Όταν θέλουμε να χωρίσουμε μικρότερες φράσεις που εξηγούν κάτι μέσα σε μία πρόταση.
    πχ: Η Αθήνα, η πρωτεύουσα της Ελλάδας, οργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004.
    Προσοχή: Δεν μπαίνει κόμμα πριν απ' το και, το ούτε, το μήτε και το ή.


    Το θαυμαστικό ( ! )

    Το θαυμαστικό χρησιμοποιείται έπειτα από επιφωνήματα ή φράσεις που εκφράζουν ευχή, χαρά, λύπη, θαυμασμό, φόβο, ελπίδα κτλ. Π.χ.:
    Τι όμορφο μωρό!
    Χρόνια πολλά!
    Θεέ μου, τι έπαθα!
    Μπράβο! Τα κατάφερες.

    Τα αποσιωπητικά  )

    Τα αποσιωπητικά χρησιμοποιούνται:
    - Όταν θέλουμε να δείξουμε συγκίνηση ή έντονα συναισθήματα (ντροπή ή φόβο).
    Π.χ.: Τη στιγμή που κάποιος ήταν έτοιμος να με πιάσει ... ξύπνησα.
    - Όταν θέλουμε να αποσιωπήσουμε κάτι ή δε λέμε κάτι επειδή είναι γνωστό.
    Π.χ.: Μην το ξανακάνεις αυτό γιατί θα ...

    Διπλή τελεία : )

    Η  διπλή τελεία χρησιμοποιείται:
    - Όταν γράφουμε τα λόγια ενός ανθρώπου ακριβώς όπως τα είπε.
    Π.χ.: Η Σοφία είπε: «Θέλεις να παίξουμε μπάλα;»
    - 'Οταν παραθέτουμε παροιμίες ή γνωμικά.
    Π.χ.: Μια λαϊκή παροιμία λέει: «Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα».
    - 'Οταν απαριθμούμε πράγματα.
    Π.χ.: Αγόρασα ό,τι μπορείς να φανταστείς: γλυκά, σοκολάτες, καραμέλες, κτλ.
    - 'Οταν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι.
    Π.χ.: Το πρόβλημα θα το λύσετε έτσι: πρώτα θα βρείτε πόσα ήταν τα πορτοκάλια και ύστερα θα...

    Προσοχή:
    Μετά τη διπλή τελεία συνεχίζουμε με μικρό γράμμα όταν απαριθμούμε πράγματα ή επεξηγούμε κάτι.
    Μετά τη διπλή τελεία συνεχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα όταν ακολουθούν τα λόγια ενός ανθρώπου ακριβώς όπως τα είπε (τα λόγια μπαίνουν σε εισαγωγικά) ή παροιμία ή ρητό.


    Τα εισαγωγικά ( « » )

    Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται:
    - Όταν θέλουμε να γράψουμε τα λόγια ενός προσώπου ακριβώς έτσι όπως τα είπε.
    Π.χ.: Ο Παύλος είπε: «Έκανα όλα μου τα μαθήματα».
    - Όταν θέλουμε να παραθέσουμε λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται σπάνια ή
    μεταφορικά, ή διάφορες εκφράσεις, παροιμίες, γνωμικά.
    Π.χ.: «Τα πήρε στο κρανίο» μ' αυτά που άκουγε.
    - Σε τίτλους βιβλίων, περιοδικών, εφημερίδων, έργων κ.λπ.
    Π.χ.: «Ο μικρός πρίγκιπας» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο.
    Διάβασα χτες στην «Ελευθεροτυπία» ένα ενδιαφέρον άρθρο.


    Η παύλα ( - )

    Η παύλα χρησιμοποιείται στο διάλογο για να φανεί η αλλαγή του προσώπου που μιλάει. Η παύλα μπαίνει στην αρχή της ομιλίας κάθε προσώπου. Π.χ.:
    - Γεια σου, Γιάννη. Τι κάνεις;
    - Γεια σου Καίτη. Καλά είμαι. Πού ήσουν χθες;
    - Είχα μάθημα. Γιατί;
    - Γιατί σ’ έπαιρνα τηλέφωνο και δεν απαντούσες.

    Προσοχή: Κάθε φορά που μιλάει άλλο πρόσωπο και χρησιμοποιούμε παύλα, πρέπει να αλλάζουμε σειρά και να ξεκινάμε τα λόγια του άλλου προσώπου από την επόμενη σειρά.

    Οικογένειες λέξεων


    Όλες οι λέξεις, παράγωγες και σύνθετες, που γίνονται από μία λέξη λέγονται συγγενικές λέξεις. Οι συγγενικές λέξεις αποτελούν όλες μαζί μια οικογένεια λέξεων.Πχ:


    ψάρι
    Παράγωγες λέξεις
    Σύνθετες λέξεις
    ψαρεύω
    ψαράς
    ψάρεμα
    ψαραγορά
    ψαρόσουπα
    ψαροπούλι

    Οικογένεια λέξεων







    Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

    Γραμματική - Οι μετοχές [ Δ', Ε', ΣΤ' τάξη, Γλώσσα, Γραμματική ]

    Επειδή σας προβλημάτισαν πολύ οι μετοχές, αν κρίνω από τα μηνύματα που έλαβα, είπα να διευκρινίσουμε μερικά πράγματα. 

    [Κάντε κλικ επάνω στη φωτογραφία για να μεταφερθείτε στις λεπτομέρειες της ανάρτησης και να μελετήσετε το υλικό.]


    Η μετοχή είναι ένας ρηματικός τύπος που φανερώνει χρόνο και διάθεση, και μοιάζει με όνομα Επίθετο αφού έχει γένη και κλίνεται.
    Η μετοχή λοιπόν είναι κατά ένα μέρος ρήμα (χρόνος, διάθεση) και κατά ένα μέρος όνομα (γένος, κλίση), δηλαδή μετέχει και στα δύο είδη του λόγου.
    Η ενεργητική μετοχή φανερώνει τον τρόπο που εκδηλώνεται η ενέργεια του ρήματος, και είναι άκλιτη. Έχει κατάληξη -οντας (π.χ. τρέχοντας) ή -ώντας (π.χ. τραβώντας).
    Η παθητική μετοχή φανερώνει ότι η ενέργεια του ρήματος έχει επηρεάσει το υποκείμενο σε παρελθόντα χρόνο, και είναι κλιτή με τρία γένη και δύο αριθμούς. Έχει κατάληξη :

    ·        συνήθως, -μένος, π.χ. φοβισμένος, κοιμισμένος.

    ·        αν είναι προπαροξύτονη, -όμενος, π.χ. ερχόμενος. Ειδικά οι μετοχές που προέρχονται από ρήματα δεύτερης συζυγίας καταλήγουν σε -ώμενος, π.χ. περισπώμενος.

    ·        αν είναι παροξύτονη, -ωμένος, π.χ. αγχωμένος.

    Ορισμένες μετοχές, με την συχνή χρήση, μετατρέπονται σε ουσιαστικά, π.χ. η Οικουμένη (ήταν αρχικά η Οικουμένη Γη).


    1. Η παθητική μετοχή σε -μένος, γράφεται με δυο μ μόνο στα ρήματα που έχουν χαρακτήρα π, β, φ, πτ, π.χ.: εγκαταλείπω - εγκαταλειμμένος, ράβω - ραμμένος, γράφω - γραμμένος, απορρίπτω - απορριμμένος κτλ.
    Η μετοχή σε -μένος, είναι κλιτή, έχει τρία γένη και δύο αριθμούς και ισοδυναμεί με επίθετο.
    Επίσης, η παθητική μετοχή τελειώνει σε:

    α) -ημένος (με η): στα ρήματα της δεύτερης συζυγίας (π.χ. αγαπημένος < αγαπιέμαι)
    β) -σμένος: σε ρήματα της πρώτης συζυγίας και σε μερικά της δεύτερης (π.χ. χτισμένος < χτίζομαι, δυστυχισμένος < δυστυχώ). Το ι, η, υ, ει, οι που έχουν τα ρήματα της πρώτης συζυγίας στην παραλήγουσα της οριστικής ενεστώτα διατηρείται και στη μετοχή (π.χ. δροσισμένος < δροσίζομαι, δακρυσμένος < δακρύζω).
    γ) -ωμένος (με ω): όταν τονίζεται στην παραλήγουσα (π.χ. τεντωμένος < τεντώνομαι)
    δ) -όμενος (με ο): όταν τονίζεται στην προπαραλήγουσα (π.χ. ενδιαφερόμενος < ενδιαφέρομαι)
    ε) -ώμενος (με ω): όταν τονίζεται στην προπαραλήγουσα (π.χ. εκτιμώμενος < εκτιμώμαι)

    2. Η άκλιτη ενεργητική μετοχή σε -οντας, όταν είναι άτονη γράφεται με ο, όταν τονίζεται γράφεται με ω, π.χ.: κόβοντας, γράφοντας, αλλά γελώντας, τραγουδώντας κτλ.
    Εξαιρείται το όντας.
    3. Στη δημοτική γλώσσα, ιδιαίτερα στο γραπτό και στον επιστημονικό λόγο, γίνεται μεγάλη χρήση των αρχαίων τύπων των μετοχών των ρημάτων. Ο πίνακας των αρχαίων μετοχών (θα τον βρείτε παρακάτω) περιλαμβάνει τις συχνότερα εμφανιζόμενες, μαζί με σχόλια για τη σημασία και τη χρήση τους.


    Για να ελέγξετε τις γνώσεις σας κάντε ένα τεστ πατώντας ΕΔΩ.


    Πίνακας αρχαίων μετοχών παθητικού παρακειμένου σε χρήση στη νεοελληνική γλώσσα
    Μετοχή
    Ρήμα
    Σημασία και παραδείγματα
    αναμεμιγμένος
    αναμίγνυμαι
    = αυτός που έχει αναμειχθεί, αυτός που έχει εμπλακεί
    αναμεμιγμένος σε σκάνδαλο.
    αναπεπταμένος
    αναπετάννυμαι
    = αυτός που έχει αναπετασθεί (απλωθεί)
    αναπεπταμένη σημαία
    ανασυνδεδεμένος
    ανασυνδέομαι
    = αυτός που έχει ανασυνδεθεί 
    ανατεθειμένος
    ανατίθεμαι
    = αυτός που έχει ανατεθεί
    ανατεθειμένη παραγγελία,  
    ανατεθειμένο έργο
    ανειλημμένος
    αναλαμβάνομαι
    = αυτός που έχει αναληφθεί
    ανειλημμένη υποχρέωση,  
    ανειλημμένη ευθύνη,  
    ανειλημμένα ποσά
    ανεστραμμένος
    αναστρέφομαι
    = αυτός που έχει αναστραφεί, αναποδογυρισμένος
    ανεστραμμένο σχήμα,  
    ανεστραμμένη πολικότητα,  
    ανεστραμμένη θερμοβαθμίδα
    ανηγμένος
    ανάγομαι
    = αυτός που έχει αναχθεί
    ανηγμένη μεταβολή,  
    ανηγμένη δύναμη 
    ανηγμένη κλίμακα
    αντεστραμμένος
    αντιστρέφομαι
    = αυτός που έχει αντιστραφεί
    αντεστραμμένοι ρόλοι,  
    αντεστραμμένοι όροι,  
    αντεστραμμένο κλάσμα
    απεγκατεστημένος, 
    αποεγκατεστημένος
    εγκαθιστώμαι 
    εγκαθίσταμαι
    = αυτός που έχει απεγκατασταθεί (ή αποεγκατασταθεί)
    απεγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)
    απεγνωσμένος
    απογιγνώσκομαι
    = αυτός που έχει περιέλθει σε απόγνωση
    απεγνωσμένη προσπάθεια,  
    απεγνωσμένη φωνή
    απεσταλμένος
    αποστέλλομαι
    = αυτός που έχει αποσταλεί
    ειδικός απεσταλμένος,  
    απεσταλμένη επιστολή,  
    απεσταλμένο δέμα
    απευθυσμένος
    απευθύνομαι
    = αυτός που έχει απευθυσθεί
    απευθυσμένο έντερο =  
    το απευθυσμένο
    απηυδημένος, απηυδισμένος
    απαυδώ 
    (απαυδώμαι)
    = αυτός που έχει απαυδήσει (που έχει χάσει τη φωνή του), που έχει κουραστεί, εξουθενωμένος
    απογεγραμμένος
    απογράφομαι
    = αυτός που έχει απογραφεί, απογραμμένος
    απογεγραμμένος κάτοικος
    αποδεδειγμένος
    αποδεικνύομαι
    = αυτός που έχει αποδειχθεί
    είναι αποδεδειγμένο,  
    αποδεδειγμένα (επίρρ.)
    αποκατεστημένος
    αποκαθιστώμαι, 
    αποκαθίσταμαι
    = αυτός που έχει αποκατασταθεί
    καλά αποκατεστημένος = εξασφαλισμένος (οικονομικά, εργασιακά κτλ.), νοικοκυρεμένος
    αποκατεστημένος = δικαιωμένος (ύστερα από βραχύχρονη ή μακρόχρονη απόρριψη ή ανυποληψία)
    απομεμακρυσμένος
    απομακρύνομαι
    = αυτός που έχει απομακρυνθεί
    απομεμακρυσμένος συνδρομητής, 
    απονενοημένος
    απονοούμαι
    = αυτός που έχει απονοηθεί (= που βρίσκεται σε απόγνωση)
    απονενοημένο διάβημα = απεγνωσμένη ενέργεια
    αποσυνδεδεμένος
    αποσυνδέομαι
    = αυτός που έχει αποσυνδεθεί
    αποσυνδεδεμένη συσκευή (από δίκτυο, από άλλη συσκευή κτλ.)
    αποσυντεθειμένος
    αποσυντίθεμαι
    = αυτός που έχει αποσυντεθεί
    αποσυντεθειμένο πτώμα
    αποτεθειμένος
    αποτίθεμαι
    = αυτός που έχει αποτεθεί
    αποτεθειμένος οπλισμός,  
    αποτεθειμένη χειροσυσκευή
    αποτετμημένος
    αποτέμνομαι
    = αυτός που έχει αποτμηθεί
    απωθημένος
    απωθούμαι
    = αυτός που έχει απωθηθεί, απωθημένος)
    Έβγαλε τα απωθημένα του
    αυτοδιηγερμένος
    αυτοδιεγείρομαι
    = αυτός που έχει αυτοδιεγερθεί
    αυτοδιηγερμένη διάταξη
    αφηρημένος
    αφαιρούμαι
    = αυτός που έχει αφαιρεθεί
    αφηρημένα ουσιαστικά,  
    αφηρημένη έννοια,  
    αφηρημένη τέχνη
    βεβαρημένος, 
    βεβαρυμμένος
    βαρύνομαι
    = αυτός που έχει βαρυνθεί
    βεβαρημένο ποινικό μητρώο,  
    βεβαρημένο παρελθόν,  
    βεβαρημένος οργανισμός
    βεβιασμένος
    βιάζομαι
    = αυτός που έχει βιασθεί
    βεβιασμένη ενέργεια,  
    βεβιασμένη κίνηση,  
    βεβιασμένο χαμόγελο
    γεγυμνωμένος
    γυμνούμαι
    = αυτός που έχει γυμνωθεί
    τα οστά τα γεγυμνωμένα (εκκλ.)
    δεδηλωμένος
    δηλούμαι
    = αυτός που έχει δηλωθεί
    δεδηλωμένος εχθρός
    αρχή της Δεδηλωμένης = η αρχή της πλειοψηφίας κόμματος που έχει αποδειχθεί με ψηφοφορία στη βουλή
    δεδικασμένος
    δικάζομαι
    = αυτός που έχει δικασθεί
    το δεδικασμένο = ανέκκλητη δικαστική απόφαση, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί
    δεδομένος
    δίδομαι
    = αυτός που έχει δοθεί
    δεδομένος = θεωρούμενος ότι υπάρχει ή είναι γνωστος από την αρχή
    δεδομένη κατάσταση 
    τα δεδομένα (ενός προβλήματος), δεδομένα, επεξεργασία δεδομένων (στην Πληροφορική)
    δεδουλευμένος
    δουλεύομαι
    = αυτός που έχει δουλευθεί (και είναι οφειλόμενος)
    δεδουλευμένα ημερομίσθια, 
    δεδουλευμένοι τόκοι,  
    τα δεδουλευμένα
    διαδεδομένος
    διαδίδομαι
    = αυτός που έχει διαδοθεί
    διαδεδομένος = ευρέως γνωστός, συχνά απαντώμενος, συνηθισμένος
    διακεκαυμένος
    διακαίομαι 
    διακάομαι
    = αυτός που έχει διακαεί
    διακεκαυμένη ζώνη
    διακεκομμένος
    διακόπτομαι
    = αυτός που έχει διακοπεί
    διακεκομμένη συνουσία
    διακεκριμένος
    διακρίνομαι
    = αυτός που έχει διακριθεί
    διακεκριμένος επιστήμονας,  
    διακεκριμένο στέλεχος
    διαλελυμένος
    διαλύομαι
    = αυτός που έχει διαλυθεί
    διαλελυμένη οικογένεια,  
    διαλελυμένη ουσία
    διασυνδεδεμένος
    διασυνδέομαι
    = αυτός που έχει διασυνδεθεί
    διασυνδεδεμένα δίκτυα
    διατεθειμένος
    διατίθεμαι
    = αυτός που έχει διατεθεί
    Δεν είμαι διατεθειμένος να υποχωρήσω στις απαιτήσεις του
    διατεταγμένος
    διατάσσομαι
    = αυτός που έχει διαταχθεί
    διατεταγμένη υπηρεσία
    διεσταλμένος
    διαστέλλομαι
    = αυτός που έχει διασταλεί
    διεσταλμένη κόρη οφθαλμού
    διεστραμμένος
    διαστρέφομαι
    = αυτός που έχει διαστραφεί
    διεστραμμένος εγκληματίας
    διεφθαρμένος
    διαφθείρομαι
    = αυτός που έχει διαφθαρεί
    διεφθαρμένος άνθρωπος
    διηγερμένος
    διεγείρομαι
    = αυτός που έχει διεγερθεί
    διηγερμένη ενεργειακή κατάσταση (ενός ατόμου),  
    διηγερμένος ηλεκτρονόμος
    διπλοεγγεγραμμένος
    διπλοεγγράφομαι
    = αυτός που έχει διπλοεγγραφεί
    διπλοεγγεγραμμένος ψηφοφόρος
    εγγεγραμμένος
    εγγράφομαι
    = αυτός που έχει εγγραφεί
    εγγεγραμμένος κύκλος, εγγεγραμμένο τετράπλευρο
    εγκαταλελειμμένος
    εγκαταλείπομαι
    = αυτός που έχει εγκαταλειφθεί
    εγκαταλελειμμένο σπίτι, 
    εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο
    εγκατεσπαρμένος
    εγκατασπείρομαι
    = αυτός που έχει εγκατασπαρεί
    εγκατεστημένος
    εγκαθιστώμαι 
    εγκαθίσταμαι
    = αυτός που έχει εγκατασταθεί
    εγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)
    εγκεκριμένος
    εγκρίνομαι
    = αυτός που έχει εγκριθεί
    εγκεκριμένος τύπος,  
    εγκεκριμένο φάρμακο
    εγνωσμένος
    γιγνώσκομαι
    = αυτός που έχει γνωσθεί, γνωστός, αδιαμφισβήτητος
    εγνωσμένο κύρος,  
    εγνωσμένη αξία
    ειλημμένος
    λαμβάνομαι
    = αυτός που έχει ληφθεί
    ειλημμένη απόφαση
    ειμαρμένος
    είμαρται (δεν απαντάται στο πρώτο πρόσωπο)
    = αυτός που έχει κληρωθεί (ληφθεί με κλήρο), πεπρωμένος, μοιραίος
    ειμαρμένη: = το πεπρωμένο, η μοίρα
    ειρημένος
    λέγομαι
    = αυτός που έχει λεχθεί (ρηθεί, ειπωθεί)
    εισηγμένος
    εισάγομαι
    = αυτός που έχει εισαχθεί
    εισηγμένη μετοχή (στο χρηματιστήριο)
    εκπεφρασμένος
    εκφράζομαι
    = αυτός που έχει εκφρασθεί
    εκπεφρασμένη άποψη
    εκτεθειμένος
    εκτίθεμαι
    = αυτός που έχει εκτεθεί
    εκτεθειμένος στον άνεμο
    εκτεταμένος
    εκτείνομαι
    = αυτός που έχει εκταθεί
    εκτεταμένη έρευνα
    εμπεριστατωμένος
    εμπεριστατώ
    = αυτός που έχει εμπεριστατωθεί (= εξεταστεί (μελετηθεί, γίνει) με πολλή προσοχή)
    εμπεριστατωμένη μελέτη
    εναποτεθειμένος
    εναποτίθεμαι
    = αυτός που έχει εναποτεθεί
    εναποτεθειμένες ελπίδες
    ενδεδειγμένος
    ενδεικνύομαι, 
    ενδείκνυμαι
    = αυτός που έχει ενδειχθεί
    ενδεδειγμένος τρόπος, 
    ενδεδειγμένη ενέργεια 
    ενδεδειγμένη λύση
    ενδεδυμένος
    ενδύομαι
    = αυτός που έχει ενδυθεί
    ενδεδυμένος φως ως ιμάτιον (εκκλ.)
    εντεταγμένος
    εντάσσομαι
    = αυτός που έχει ενταχθεί
    εντεταλμένος
    εντέλλομαι
    = αυτός που έχει ενταλεί
    εντεταλμένος σύμβουλος,  
    εντεταλμένος αντιπρόεδρος
    εντεταμένος
    εντείνομαι
    = αυτός που έχει ενταθεί
    εξεζητημένος
    εκζητούμαι
    = αυτός που έχει εκζητηθεί
    εξεζητημένος τρόπος 
    εξεζητημένη αμφίεση
    εξημμένος
    εξάπτομαι
    = αυτός που έχει εξαφθεί
    εξημμένα πνεύματα
    εξηρμένος
    εξαίρομαι
    = αυτός που έχει εξαρθεί
    εξηρμένα προσόντα
    εξωνημένος
    εξωνούμαι
    = αυτός που έχει εξωνηθεί
    επανειλημμένος
    επαναλαμβάνομαι
    = αυτός που έχει επαναληφθεί
    επανειλημμένη υπόμνηση 
    επανειλημμένως (επίρρ.)
    επανορθωμένος
    επανορθούμαι
    = αυτός που έχει επανορθωθεί
    επεκτεταμένος
    επεκτείνομαι
    = αυτός που έχει επεκταθεί
    επεκτεταμένη πλευρά (μαθ.)
    επενδεδυμένος
    επενδύομαι
    = αυτός που έχει επενδυθεί
    επενδεδυμένο κεφάλαιο
    επηρμένος
    επαίρομαι
    = αυτός που έχει επαρθεί, ο οιηματίας, ο φαντασμένος, ο αλαζόνας
    επηρμένο ύψος
    επηυξημένος
    επαυξάνομαι
    = αυτός που έχει επαυξηθεί
    έκδοση βελτιωμένη και επηυξημένη
    επιβεβαρυμμένος
    επιβαρύνομαι
    = αυτός που έχει επιβαρυνθεί
    επιβεβλημένος
    επιβάλλομαι
    = αυτός που έχει επιβληθεί
    επιβεβλημένα μέτρα
    επιγεγραμμένος
    επιγράφομαι
    = αυτός που έχει επιγραφεί
    επικεκαλυμμένος
    επικαλύπτομαι
    = αυτός που έχει επικαλυφθεί
    επιτετραμμένος
    επιτρέπομαι
    = αυτός που του έχει επιτραπεί κάποιο έργο
    ο επιτετραμμένος (ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος που αναπληρώνει τον πρεσβευτή)
    ερριμμένος
    ρίπτομαι
    = αυτός που έχει ριφθεί
    Λίθοι τε και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα ουδέν χρήσιμά εστιν.
    εσβεσμένος
    σβέννυμαι
    = αυτός που έχει σβεσθεί
    εσβεσμένη άσβεστος, 
    εσβεσμένο ηφαίστειο
    εσκαμμένος
    σκάπτομαι
    = αυτός που έχει σκαφθεί
    υπερέβη τα εσκαμμένα = ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια
    εσκεμμένος
    σκέπτομαι
    = αυτός που τον έχει κανείς σκεφθεί, σκόπιμος, προμελετημένος
    εσκεμμένη ενέργεια
    εσπευσμένος
    σπέυδω  
    (σπεύδομαι)
    = αυτός που έχει σπευσθεί
    εσπευσμένη ενέργεια
    εσταυρωμένος
    σταυρώνομαι
    = αυτός που έχει σταυρωθεί
    ο Εσταυρωμένος (Χριστός)
    εστεγασμένος
    στεγάζομαι
    = αυτός που έχει στεγασθεί
    εστεγασμένος χώρος
    εστεμμένος
    στέφομαι
    = αυτός που έχει στραφεί
    εστεμμένος βασιλιάς
    εστραμμένος
    στρέφομαι
    = αυτός που έχει στραφεί
    εσφαλμένος
    σφάλλομαι
    = αυτός που έχει σφαλεί
    εσφαλμένη άποψη 
    εσφαλμένο αποτέλεσμα
    εσφιγμένος
    σφίγγομαι
    = αυτός που έχει σφιχθεί
    η μονή του Εσφιγμένου (στο Άγιο Όρος)
    ηγιασμένος
    αγιάζομαι
    = αυτός που έχει αγιασθεί
    Σάββας ο Ηγιασμένος
    ηθελημένος
    εθέλω  
    (εθέλομαι)
    = αυτός που έχει «θεληθεί», εσκεμμένος
    ηθελημένη ενέργεια
    ημαρτημένος
    αμαρτάνομαι
    = αυτός που έχει αμαρτηθεί
    = εσφαλμένος, λαθεμένος, αποτυχημένος
    ημαρτημένα = παροράματα, αβλεψίες (ενός βιβλίου) (λατ. errata)
    ημιανεπτυγμένος
    ημιαναπτύσσομαι
    = αυτός που έχει ημιαναπτυχθεί
    ηνωμένος
    ενούμαι
    = αυτός που έχει ενωθεί, ενωμένος
    Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ), 
    Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) 
    Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)
    ηττημένος
    ηττώμαι
    = αυτός που έχει ηττηθεί
    ηττημένη ομάδα,  
    οι νικητές και οι ηττημένοι

    καθειλκυσμένος
    καθελκύομαι
    = αυτός που έχει καθελκυσθεί
    καθηγιασμένος
    καθαγιάζομαι
    = αυτός που έχει καθαγιασθεί
    καθημαγμένος

    καθαιμάσσομαι
    = αυτός που έχει καθαιμαχθεί, αυτός που έχει καταματωθεί, καταματωμένος, αιμόφυρτος
    καθημαγμένος στρατιώτης
    καθημαγμένου, καθημαγμένο, καθημαγμένοι, καθημαγμένων, καθημαγμένους,
    καθημαγμένη οικονομία
    κακοανατεθραμμένος
    ανατρέφομαι
    = αυτός που έχει κακοανανατραφεί
    κακανατεθραμένο παιδί
    καταβεβλημένος
    καταβάλλομαι
    = εξαντλημένος, αποκαμωμένος (από κούραση, ασθένεια, μεγάλη θλίψη)
    καταβεβλημένος οργανισμός
    καταγεγραμμένος
    καταγράφομαι
    = αυτός που έχει καταγραφεί
    καταγεγραμμένη πρόταση
    κατατεθειμένος
    κατατίθεμαι
    = αυτός που έχει κατατεθεί
    κατατεθειμένο ποσό
    κατατετμημένος
    κατατέμνομαι
    = αυτός που έχει κατατμηθεί
    κατειλημμένος
    καταλαμβάνομαι
    = αυτός που έχει καταληφθεί
    κατειλημμένος ανελκυστήρας, 
    σήμα κατειλημμένου,  
    κατειλημμένες θέσεις
    κατεσταλμένος
    καταστέλλομαι
    = αυτός που έχει κατασταλεί
    κατεσταλμένη λειτουργία
    κατεστημένος
    καθιστώμαι, 
    καθίσταμαι
    = αυτός που έχει κατασταθεί
    το κατεστημένο
    κατεστραμμένος
    καταστρέφομαι
    = αυτός που έχει καταστραφεί
    κατεστραμμένη πόλη
    κατεψυγμένος
    καταψύχομαι
    = αυτός που έχει καταψυχθεί
    κατεψυγμένα ψάρια
    κατηγμένος
    κατάγομαι
    = αυτός που έχει καταχθεί
    κατηγμένη
     (= συντεταγμένη στον άξονα z)
    κατηραμένος
    καταρώμαι
    = αυτός που τον έχουν καταρασθεί
    κατηραμένος όφις
    κατηρτισμένος
    καταρτίζομαι
    = αυτός που έχει καταρτισθεί
    κεκαθαρμένος
    καθαίρομαι
    = αυτός που έχει καθαρθεί
    κεκαθαρμένο εμβόλιο
    κεκαλυμμένος
    καλύπτομαι
    = αυτός που έχει καλυφθεί
    κεκαμμένος
    κάμπτομαι
    = αυτός που έχει καμφθεί
    κεκαμμένος αγκώνας
    κεκαρμένος
    κείρομαι
    = αυτός που έχει καρεί (κουρευτεί)
    εν χρω κεκαρμένος = κουρεμένος «γουλί»
    κεκηρυγμένος
    κηρύττομαι
    = αυτός που έχει κηρυχθεί
    κεκηρυγμένος πόλεμος
    κεκλεισμένος
    κλείομαι
    = αυτός που έχει κλεισθεί, κλεισμένος
    δίκη κεκλεισμένων των θυρών = δίκη χωρίς ακροατήριο (με απαγορευμένη την είσοδο στο κοινό)
    κεκλημένος
    καλούμαι
    = αυτός που έχει κληθεί
    κεκλιμένος
    κλίνομαι
    = αυτός που έχει κλιθεί, γερμένος
    κεκλιμένο επίπεδο
    κεκοιμημένος
    κοιμώμαι
    = αυτός που έχει κοιμηθεί
    κεκοιμημένος δούλος = ο νεκρός δούλος (εκκλ.)
    κεκονιαμένος
    κονιώμαι
    = αυτός που έχει κονιαθεί, αυτός που έχει επιχρισθεί
    τάφος κεκονιαμένος = τάφος ασπρισμένος (και καθαρός εξωτερικά) (εκκλ.)
    κεκορεσμένος
    κορέννυμαι
    = αυτός που έχει κορεσθεί
    κεκορεσμένο διάλυμα,  
    κεκορεσμένος ατμός
    κεκραμένος
    κεράννυμαι
    = αυτός που έχει κραθεί
    κεκραμένος οίνος = νερωμένο κρασί
    κεκτημένος
    κτώμαι
    = αυτός που έχει κτηθεί
    κεκτημένα δικαιώματα, 
    το Κοινοτικό κεκτημένο 
    κεκτημένη ταχύτητα
    κεκυρωμένος
    κυρούμαι
    = αυτός που έχει κυρωθεί
    κεκυρωμένο αντίγραφο
    κεχαριτωμένος
    χαριτούμαι
    = αυτός που έχει χαριτωθεί
    χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία
    λελογισμένος
    λογίζομαι
    = αυτός που έχει λογισθεί
    λελογισμένη χρήση
    λελυμένος
    λύομαι
    = αυτός που έχει λυθεί, λυμένος
    λελυμένη άσκηση, λελυμένο πρόβλημα
    λογοκεκριμένος
    λογοκρίνομαι
    = αυτός που έχει λογοκριθεί
    λογοκεκριμένο δημοσίευμα/κείμενο,  
    λογοκεκριμένος λόγος
    μεμαρτυρημένος
    μαρτυρούμαι
    = αυτός που έχει μαρτυρηθεί
    μεμονωμένος
    μονούμαι
    = αυτός που έχει μονωθεί (έχει μείνει μόνος)
    μεμονωμένο παράδειγμα, 
    μεμονωμένη περίπτωση
    μεταγεγραμμένος
    μεταγράφομαι
    = αυτός που έχει μεταγραφεί
    μεταγεγραμμένος στο Υποθηκοφυλακείο
    μετατεθειμένος
    μετατίθεμαι
    = αυτός που έχει μετατεθεί
    είναι δυο χρόνια μετατεθειμένος στην επαρχία
    νενομισμένος
    νομίζομαι
    = αυτός που έχει νομισθεί (θεωρηθεί ως πάτριο έθιμο)
    νενομισμένος όρκος = ο καθιερωμένος όρκος
    παραγεγραμμένος
    παραγράφομαι
    = αυτός που έχει παραγραφεί
    παραγεγραμμένο αδίκημα
    παραδεδεγμένος
    παραδέχομαι
    = αυτός που έχει παραδεχθεί
    παραδεδομένος
    παραδίδομαι
    = αυτός που έχει παραδοθεί
    παρατεθειμένος
    παρατίθεμαι
    = αυτός που έχει παρατεθεί
    παρατεταγμένος
    παρατάσσομαι
    = αυτός που έχει παραταχθεί
    παρατεταγμένο άγημα
    παρατεταμένος
    παρατείνομαι
    = αυτός που έχει παραταθεί
    παρατεταμένο χειροκρότημα, 
    παρατεταμένη ανομβρία
    παρεγγεγραμμένος
    περιγράφομαι
    = αυτός που έχει παρεγγραφεί
    παρεγγεγραμμένος κύκλος
    παρεντεθειμένος
    παρεντίθεμαι
    = αυτός που έχει περεντεθεί
    παρεστιγμένος
    παραστίζομαι
    = αυτός που έχει παραστιχθεί
    παρεστιγμένη νότα (μουσ.)
    παρεσχημένος
    παρέχομαι
    = αυτός που έχει παρασχεθεί
    παρεφθαρμένος
    παραφθείρομαι
    = αυτός που έχει παραφθαρεί
    παρεφθαρμένη γλώσσα
    παρηκμασμένος
    παρακμάζω 
    (παρακμάζομαι)
    = αυτός που έχει παρακμάσει
    παρωχημένος
    παροίχομαι
    = αυτός που έχει παρέλθει
    παρωχημένοι χρόνοι (ρήματος)
    πεπαιδευμένος
    παιδεύομαι
    = αυτός που έχει παιδευθεί (μορφωθεί), μορφωμένος
    πεπαλαιωμένος
    παλαιούμαι
    = αυτός που έχει παλαιωθεί
    πεπαλαιωμένος οίνος, 
    πεπαλαιωμένη αντίληψη
    πεπατημένος
    πατούμαι
    = αυτός που έχει πατηθεί
    πεπατημένη (οδός) = ο ασφαλής γνωστός και συνηθισμένος δρόμος ή τρόπος
    ακολουθεί την πεπατημένη
    πεπειραμένος
    πειρώμαι
    = αυτός που έχει πειραθεί
    πεπειραμένος τεχνίτης,
    πεπειραμένος υπάλληλος
    πεπεισμένος
    πείθομαι
    = αυτός που έχει πεισθεί
    είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ...
    πεπερασμένος
    περαίνομαι
    = αυτός που έχει περανθεί
    πεπερασμένη σειρά,  
    πεπερασμένο σύνολο
    πεπιεσμένος
    πιέζομαι
    = αυτός που έχει πιεσθεί
    πεπιεσμένος αέρας
    πεπλανημένος
    πλανώμαι
    = αυτός που έχει πλανηθεί
    πεπλανημένη εντύπωση
    πεπλατυσμένος
    πλατύνομαι
    = αυτός που έχει πλατυνθεί
    πεπλατυσμένος ρωστήρας
    πεπλεγμένος
    πλέκομαι
    = αυτός που έχει πλεχθεί/πλακεί
    πεπλεγμένη συνάρτηση (μαθ.)
    πεποιημένος
    ποιούμαι
    = αυτός που έχει ποιηθεί, που έχει κατασκευασθεί
    πεποιημένη κρίση (= φτιαχτή, τεχνητή κρίση και όχι πραγματική)
    πεποικιλμένος
    ποικίλλομαι
    = αυτός που έχει ποικιλθεί
    χρυσό δακτυλίδι πεποικιλμένο με μαργαριτάρια
    πεπραγμένος
    πράττομαι
    = αυτός που έχει πραχθεί
    τα πεπραγμένα 
    έκθεση πεπραγμένων
    πεπρωμένος
    πέπρωται
    = αυτός που πέπρωται (είναι γραμμένος από τη μοίρα)
    πεπρωμένο = η μοίρα, η ειμαρμένη
    περιβεβλημένος
    περιβάλλομαι
    = αυτός που έχει περιβληθεί
    περιβεβλημένος με φωτοστέφανο
    περιγεγραμμένος
    περιγράφομαι
    = αυτός που έχει περιγραφεί
    περιγεγραμμένος κύκλος
    περιελιγμένος
    περιελίσσομαι
    = αυτός που έχει περιελιχθεί
    περιεσκεμμένος
    περισκέπτομαι
    = αυτός που τον έχει κανείς περισκεφθεί
    περιεστραμμένος
    περιστρέφομαι
    = αυτός που έχει περιστραφεί
    περιεσφιγμένος
    περισφίγγομαι
    = αυτός που έχει περισφιχθεί
    περικεκομμένος
    περικόπτομαι
    = αυτός που έχει περικοπεί
    περικεκομμένος προϋπολογισμός
    περιπεπλεγμένος
    περιπλέκομαι
    = αυτός που έχει περιπλεχθεί/περιπλακεί
    περιπεπλεγμένη κατάσταση
    περιτετμημένος
    περιτέμνομαι
    = αυτός που έχει περιτμηθεί
    πεφιλημένος
    φιλούμαι
    = αυτός που έχει φιληθεί (= αγαπηθεί)
    πεφιλημένος σύζυγος
    πεφορτισμένος
    φορτίζομαι
    = αυτός που έχει φορτισθεί
    πεφορτισμένη ατμόσφαιρα
    πεφωτισμένος
    φωτίζομαι
    = αυτός που έχει φωτισθεί
    πεφωτισμένος ηγέτης
    προβεβλημένος
    προβάλλομαι
    = αυτός που έχει προβληθεί
    προβεβλημένο θέμα,  
    προβεβλημένη κατάσταση
    προδεδικασμένος
    προδικάζομαι
    = αυτός που έχει προδικασθεί
    προδιαγεγραμμένος
    προδιαγράφομαι
    = αυτός που έχει προδιαγραφεί
    προδιαγεγραμμένο μέλλον, προδιαγεγραμμένη πορεία, προδιαγεγραμμένα χαρακτηριστικά
    προδιατεθειμένος
    προδιατίθεμαι
    = αυτός που έχει προδιατεθεί
    είμαι προδιατεθειμένος ... (προετοιμασμένος για κάτι ...)
    προεγγεγραμμένος
    προεγγράφομαι
    = αυτός που έχει προεγγραφεί
    προεγκεκριμένος
    προεγκρίνομαι
    = αυτός που έχει προεγκριθεί
    προειλημμένος
    προλαμβάνομαι
    = αυτός που έχει προληφθεί (= ληφθεί εκ των προτέρων)
    προειλημμένη απόφαση
    προειρημένος
    προλέγομαι
    = αυτός που έχει προλεχθεί (προρρηθεί, προειπωθεί), ο προειπωμένος
    προεκτεταμένος
    προεκτείνομαι
    = αυτός που έχει προεκταθεί
    προεκτεταμένη καμπύλη
    προεντεταμένος
    προεντείνομαι
    = αυτός που έχει προενταθεί
    προεσκεμμένος
    προσκέπτομαι
    = αυτός που τον έχει κανείς προσκεφθεί
    προηγιασμένος
    προαγιάζομαι
    = αυτός που έχει προαγιασθεί
    προηγμένος
    προάγομαι
    = αυτός που έχει προαχθεί
    προηγμένη τεχνολογία,  
    προηγμένες χώρες
    προκαταβεβλημένος
    προκαταβάλλομαι
    = αυτός που έχει προκαταβληθεί
    προκαταβεβλημένο μίσθωμα
    προκατειλημμένος
    προκαταλαμβάνομαι
    = αυτός που έχει προκαταληφθεί
    είμαι προκατειλημμένος (= κατέχομαι από δυσμενή διάθεση έναντι κάποιου ή κάποιας κατάστασης, έχω προκατάληψη)
    προκεχωρημένος
    προχωρούμαι
    = αυτός που έχει προχωρηθεί
    προκεχωρημένο φυλάκιο
    προσβεβλημένος
    προσβάλλομαι
    = αυτός που έχει προσβληθεί
    προσβεβλημένα άτομα (από ασθένεια)
    προσδεδεμένος
    προσδέομαι (προσδούμαι)
    = αυτός που έχει προσδεθεί
    προσδεδεμένος στο άρμα (του, της...) (οπαδός, ακόλουθος, τσιράκι)
    προσκεκλημένος
    προσκαλούμαι
    = αυτός που έχει προσκληθεί, ο προσκαλεσμένος
    προσκεκλημένα άτομα,  
    οι προσκεκλημένοι
    προστεθειμένος
    προστίθεμαι
    = αυτός που έχει προστεθεί
    προτεθειμένος
    προτίθεμαι
    = αυτός που έχει προτεθεί
    προτεταμένος
    προτείνομαι
    = αυτός που έχει προταθεί
    προτεταμένο στήθος
    προωθημένος
    προωνούμαι
    = αυτός που έχει προωθηθεί, προωθημένος
    προωθημένη άποψη
    σεσημασμένος
    σημαίνομαι
    = αυτός που έχει σημανθεί
    σεσημασμένος κακοποιός
    συγκεκομμένος
    συγκόπτομαι
    = αυτός που έχει συγκοπεί
    συγκεκομμένη λέξη
    συγκεκραμένος
    συγκεράννυμι
    = αυτός που έχει συγκραθεί (= συγκερασθεί)
    συγκεκραμένη μουσική κλίμακα
    συγκεκριμένος
    συγκρίνομαι
    = αυτός που έχει συγκριθεί
    συγκεκριμένα μέτρα,  
    συγκεκριμένα ουσιαστικά
    συγκεχυμένος
    συγχέομαι
    = αυτός που έχει συγχυθεί
    συγκεχυμένη κατάσταση,  
    συγκεχυμένες πληροφορίες
    συμβεβλημένος
    συμβάλλομαι
    = αυτός που έχει συμβληθεί
    συμβεβλημένο ταμείο,  
    συμβεβλημένο φαρμακείο
    συμπεφωνημένος
    συμφωνούμαι
    = αυτός που έχει συμφωνηθεί
    δεν τήρησε τα συμπεφωνημένα 
    συμπεφωνημένη λύσ
    συνδεδεμένος
    συνδέομαι
    = αυτός που έχει συνδεθεί 
    συνδεδεμένη συσκευή,  
    άρρηκτα συνδεδεμένος
    συνεζευγμένος
    συζεύγνυμαι
    = αυτός που έχει συζευχθεί
    συνεζευγμένες ταλαντώσεις, συνεζευγμένα κυκλώματα
    συνεπτυγμένος
    συμπτύσσομαι
    = αυτός που έχει συμπτυχθεί
    συνεπτυγμένη μορφή
    συνεσταλμένος
    συστέλλομαι
    = αυτός που έχει συσταλεί
    συνεσταλμένη κοπέλα = ντροπαλή κοπέλα
    συνεστραμμένος
    συστρέφομαι
    = αυτός που έχει συστραφεί
    συνεστραμμένος
    συνεστραμμένου
    συνεστραμμένοι συνεστραμμένων συνεστραμμένους
    συνεστραμμένο συνεστραμμένα

    συνεστραμμένο ζεύγος (καλωδίων)
    συνεσφιγμένος
    συσφίγγομαι
    = αυτός που έχει συσφιγχθεί
    συνημμένος
    συνάπτομαι
    = αυτός που έχει συναφθεί
    συνημμένο έγγραφο,  
    συνημμένο αρχείο
    συνηρημένος
    συναιρούμαι
    = αυτός που έχει συναιρεθεί
    συνηρημένα ρήματα
    συντεθειμένος
    συντίθεμαι
    = αυτός που έχει συντεθεί
    συντεθλασμένος
    συνθλώμαι
    = αυτός που έχει συνθλασθεί, ο συντετριμμένος
    συντεταγμένος
    συντάσσομαι
    = αυτός που έχει συνταχθεί
    συντεταγμένη πολιτεία
    συντετμημένος
    συντέμνομαι
    = αυτός που έχει συντμηθεί
    συντετμημένη επιλογή, 
    συντετμημένη λέξη
    συντετριμμένος
    συντρίβομαι
    = αυτός που έχει συντριβεί
    συντετριμμένος (= υπερβολικά θλιμμένος)
    συνωφρυωμένος
    συνοφρυούμαι
    = αυτός που έχει συνοφρυωθεί, συνοφρυωμένος
    τεθλασμένος
    θλώμαι
    = αυτός που έχει θλασθεί
    τεθλασμένη γραμμή
    τεθλιμμένος
    θλίβομαι
    = αυτός που έχει θλιβεί
    τεθλιμμένος συγγενής
    τεθωρακισμένος
    θωρακίζομαι
    = αυτός που έχει θωρακισθεί
    τεθωρακισμένα άρματα
    τεταγμένος
    τάσσομαι
    = αυτός που έχει ταχθεί
    τεταγμένη (= συντεταγμένη στον άξονα y)
    τεταμένος
    τείνομαι
    = αυτός που έχει ταθεί
    τεταμένη κατάσταση,  
    τεταμένη αρμόσφαιρα
    τεταπεινωμένος
    ταπεινούμαι
    = αυτός που έχει ταπεινωθεί
    αγαλλιάσσονται οστέα τεταπεινωμένα, 
    καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην(εκκλ., ν-στός ψαλμός)
    τετελεσμένος
    τελούμαι
    = αυτός που έχει τελεσθεί
    τετελεσμένο γεγονός, 
    τετελεσμένος μέλλων
    τετηγμένος
    τήκομαι
    = αυτός που έχει τακεί
    τετηγμένος κηρός
    τετμημένος
    τέμνομαι
    = αυτός που έχει τμηθεί
    τετμημένη
    τετμημένης
    τετμημένες
    τετμημένων
     (= συντεταγμένη στον άξονα x)
    τετριμμένος
    τρίβομαι
    = αυτός που έχει τριβεί
    τετριμμένη έκφραση
    υπεσχημένος
    υπισχνούμαι
    = αυτός που τον έχει κανείς υποσχεθεί
    δεν τήρησε τα υπεσχημένα
    υπογεγραμμένος
    υπογράφομαι
    = αυτός που έχει υπογραφεί
    υπογεγραμμένη σύμβαση
    υποδιηρημένος
    υποδιαιρούμαι
    = αυτός που έχει υποδιαιρεθεί
    υποκατεστημένος
    υποκαθιστώμαι, 
    υποκαθίσταμαι
    = αυτός που έχει υποκατασταθεί